Γράφει η Τζένη Μανάκη
Maurice Attia «Το μαύρο Αλγέρι», Μετάφραση: Μαρία Μηλολιδάκη, Εκδόσεις Πόλις
Αλγέρι – Ιανουάριος 1962
Η δολοφονία μιας λευκής νέας γυναίκας και ενός νεαρού Άραβα, σε ακτή του Αλγερίου, μέσα στον γενικό χαμό του εμφυλίου πολέμου, θα μπορούσε να περάσει σχεδόν απαρατήρητη, όμως κινεί την επαγγελματική ευσυνειδησία του επιθεωρητή Πάκο Μαρτίνεθ. Τα πτώματα βρέθηκαν γυμνά σε μια ερωτική στάση, ενώ στην πλάτη του άντρα ήταν χαραγμένα τα αρχικά της εξτρεμιστικής οργάνωσης OAS.
Όσο σκαλίζει την υπόθεση όλο και περισσότερο βρωμάει, με αιχμή του δόρατος την ερωτική σχέση του πατέρα με τη δολοφονημένη κόρη του.
Καθώς διεξάγεται η αστυνομική έρευνα, υπεισέρχονται παράλληλα πολιτικά, τρομοκρατικά, συναισθηματικά και ερωτικά γεγονότα, δολοφονίες, απειλές και διώξεις. Μια ιστορία που δείχνει πόσο βαθιά στο βούρκο μπορεί να βουτηχτεί ο άνθρωπος προκειμένου να προσεγγίσει τους στόχους του, θεμιτούς και αθέμιτους.
«Το μαύρο Αλγέρι» είναι ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό μυθιστόρημα, σαφώς αντιπολεμικό, δοσμένο με τη μορφή μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας αστυνομικής νουάρ πλοκής και αφήγησης, μέσα στην οποία δεν λείπουν οι φιλοσοφικοί στοχασμοί αλλά ούτε ο λυρισμός.
Ο “πρόλογος” προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τέλος. Το ίδιο πρώτο μικρό κεφάλαιο επαναλαμβάνεται λίγες σελίδες πριν από το τέλος του μυθιστορήματος, και έχει τον εμβληματικό τίτλο: Η ΒΑΛΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ – Ιούνιος 1962.
Οι Γάλλοι υπήκοοι της Αλγερίας αφήνουν πίσω τους τη χώρα που νιώθουν για πατρίδα τους, μεταναστεύουν σε αφιλόξενη γη …
“Η λευκή πόλη με τυφλώνει για τελευταία φορά μέσα στο μπλε της αυγής, και η εικόνα της τρέμει μέσα στην πρώτη ζέστη της μέρας, όπως τρέμουν τα χείλη μιας γυναίκας που συγκρατεί το κλάμα της.
[…]
Η πόλη απομακρύνεται, το ίδιο και η ιστορία.
Ένας γέρος Ιταλός με άσπρα μαλλιά, κουρέας στη λεωφόρο Μποζαρέα, κλαίει σιωπηλά δίπλα μου και μουρμουρίζει στη γλώσσα του:
“Ποτέ πια κανείς δε θα με πάει στο Νότο…”
Σκέφτηκα ότι ήταν ένας ωραίος επιτάφιος γι’ αυτή την πόλη, γι’ αυτή τη ζωή…”
«Στην πρόσφατη ιστορία της Γαλλίας υπάρχουν δυο καθοριστικές περίοδοι, ο πόλεμος της Αλγερίας και το ’68. Ο πόλεμος της Αλγερίας σημάδεψε τη Γαλλία γιατί ήταν μια βρόμικη αποαποικιοποίηση σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι και στα δύο στρατόπεδα, ιδίως άμαχοι, και σφραγίστηκε με μια απίστευτη λογοκρισία. Σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου δεν λέγανε ”ο πόλεμος της Αλγερίας” αλλά τα ”γεγονότα της Αλγερίας λες κι ήτανε περιστασιακά γεγονότα με σκόρπιες επιθέσεις, ενώ βεβαίως ήταν ένας πραγματικός πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος. Μια ολόκληρη γενιά Γάλλων κλήθηκαν να υπηρετήσουν τριετή στρατιωτική θητεία και αυτό τους σημάδεψε για μεγάλο διάστημα. Η γενιά αυτή ανάπτυξε πολιτική συνείδηση, συνειδητοποίησε τι ήταν η αποικιοκρατία, η εκμετάλλευση, τα παιχνίδια της εξουσίας. Κι αυτό άφησε ίχνη.»
Ο Αττιά γεννήθηκε το 1049 σε μια φτωχή σεφαραδίτικη οικογένεια.
«Οι γονείς μου ήταν πολύ φτωχοί. Όταν γεννήθηκα ο πατέρας μου ήταν βοηθός τσαγκάρη κι έμαθε να φτιάχνει παπούτσια κατά παραγγελία στο μαγαζί ενός έμπειρου τεχνίτη. Ο μισθός πενιχρός. Είχαν ήδη τρία παιδιά, δεν υπήρχαν πολλά χρήματα και, επειδή θέλανε να βάλουν χρήματα στην άκρη, αποφάσισαν να ζήσουν στο σπίτι της γιαγιάς μου, απ’ την πλευρά της μητέρας μου, η οποία ήταν θυρωρός σε μια μικρή πολυκατοικία στην Κάσμπα, στο Αλγέρι.
Η Κάσμπα ήταν ένας λαβύρινθος από σοκάκια, χωρίς αυτοκίνητα. Για ένα παιδί ο παράδεισος. Δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ Αράβων και Εβραίων.»
Μέχρι τις πρώτες επιθέσεις του Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου Εβραίοι και Άραβες, όλοι φτωχοί, ζούσαν με απόλυτη αρμονία.
«Έχω μια ανεξίτηλη ανάμνηση: ένα βράδυ όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας έχουν μαζευτεί στο διαμέρισμα της γιαγιάς μου και όλοι κλαίνε. Ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας είχε πει: Κυρία Αμπού πρέπει να φύγετε δεν μπορείτε να μείνετε εδώ, δεν θέλω τον θάνατό σας στη συνείδησή μου. Προς το παρόν οι επιθέσεις έχουν στόχο τον γαλλικό στρατό,, αλλά σε λίγο καιρό δεν θα κάνουν διακρίσεις, είστε Γάλλοι υπήκοοι, μπορεί να συμβεί το κακό».
Οι δικοί του μετακομίζουν, νοικιάζουν ένα διαμέρισμα στο Μπαμπ – ελ Ουέντ, μια πολύ λαϊκή συνοικία του Αλγερίου στην οποία ζούσαν Ισπανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Εβραίοι, Γάλλοι και Άραβες.
Ο Ντε Γκωλ, την εποχή που ακόμα ήθελε να κρατήσει την Αλγερία γαλλική αποικία, για να αυξήσει τον αριθμό των Γάλλων κατοίκων που θα ψήφιζαν κατά της ανεξαρτησίας της χώρας, έδωσε στους αλγερινούς Εβραίους γαλλική υπηκοότητα. Όταν, λίγα χρόνια αργότερα, οι Γάλλοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αλγερία, μαζί τους θα φύγουν και οι Εβραίοι, οι οποίοι πηγαίνοντας στη νέα τους πατρίδα αντιμετωπίζουν τα συνήθη προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι απανταχού μετανάστες.
«Μπορώ να πω ότι μέχρις ενός σημείου η στάση των Γάλλων ήταν δικαιολογημένη. Οι Γάλλοι έστελναν τα παιδιά τους να σκοτωθούν για κάποιους ξένους, τους Γάλλους της Αλγερίας, και πίστευαν εσφαλμένα ότι όλοι οι Γάλλοι της Αλγερίας ήταν εκατομμυριούχοι. Επίσης, ότι όταν ένα εκατομμύριο άνθρωποι φτάνουν στη Γαλλία από τη μία ημέρα στην άλλη, σημαίνει θέσεις εργασίας που θα αρπάξουν από τους ντόπιους. Ήμασταν οι εισβολείς που θα τους παίρναμε το ψωμί.»
Πρόκειται για δηλώσεις του ίδιου του συγγραφέα στον αείμνηστο Ανταίο Χρυσοστομίδη, όταν τον είχε επισκεφθεί στην Ορλεάνη για την τηλεοπτική εκπομπή ”Οι κεραίες της εποχής μου” (Τα στοιχεία από το ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)
Ο Μωρίς Αττιά, ψυχίατρος κατ’ επάγγελμα, συνεχίζει:
«Όσον αφορά την ψυχανάλυση είμαι σίγουρος ότι έγινα ψυχαναλυτής εξαιτίας του πολέμου της Αλγερίας. Είμαι σίγουρος ότι έγινα συγγραφέας εξαιτίας του πολέμου της Αλγερίας και συγχρόνως είμαι πεπεισμένος, ότι χάρη στον πόλεμο αυτόν, κατάλαβα τη διάσταση της ανθρώπινης τρέλας, του δίκαιου και του άδικου. Όταν ξέσπασαν οι ταραχές υπήρχε έντονο το στοιχείο του παράλογου.»

Maurice Attia
Το μαύρο Αλγέρι
Ο Maurice Attia χρησιμοποιεί αφηγηματικές τεχνικές άριστα ενσωματωμένες στο κείμενό του. Οι αφηγητές διαδέχονται ο ένας τον άλλον προκειμένου να επιτευχθεί η ανατομία των διαπροσωπικών σχέσεων, ιστορίες εμπεριέχουν εγκιβωτισμένες άλλες ιστορίες, η αφηγηματική εξιστόρηση εξελίσσεται και μέσω διαλόγων, χωρίς να λείπει ο εσωτερικός διαλογισμός που εκφράζεται με μονόλογους.
Πρόκειται για μία σκοτεινή ιστορία αλλά και ένα έργο βαθιάς πολιτικής, ιστορικής και κοινωνικής κριτικής.
Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης ανήκει στον Πάκο Μαρτίνεθ – που είναι το κεντρικό πρόσωπο του μύθου και alter ego του συγγραφέα. Ένας έντιμος διανοούμενος, αλλά χάρη στο μύθο αστυνομικός και όχι ψυχίατρος.
Κάποιος που ήταν με το μέρος του δίκαιου και που μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος νιώθει ενοχές για την πιθανότητα να προκάλεσε ο ίδιος το μακελειό στη διαδήλωση των Γαλλοαλγερινών στην οδό Ισλύ.
Ο Μωρίς Αττιά σε μία συνέντευξή του δηλώνει:
«Ο Πάκο κι εγώ έχουμε πολλά κοινά. Είμαστε καχύποπτοι σε δογματικές ρητορείες είτε πολιτικές είτε καλλιτεχνικές και δεν στρατευόμαστε κάτω από καμία ιδέα του εύθραυστου και ευμετάβλητου της ανθρώπινης φύσης.»
Η αφήγηση του Πάκο ανοίγει το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος με προμετωπίδα τους στίχους του Αραγκόν:
Οι καιροί δεν είχαν λογική, πάνω στο τραπέζι
ξάπλωναν οι νεκροί.
Ο Σουκρούν – στενός συνεργάτης και φίλος του Πάκο- τον συνοδεύει στον τόπο του εγκλήματος, όπου και οι γονείς του δολοφονημένου νεαρού Άραβα. Καθώς ο πατέρας του νεκρού κ. Αμπάς αναζητά κάτι στο αυτοκίνητό του, δυο πυροβολισμοί του αφαιρούν τη ζωή. Η γυναίκα του χάνει μαζί γιο και σύντροφο, σε μία χώρα που η ζωή δεν είχε καμία αξία και το δίκαιο βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση. Ο Πάκο αφηγείται:
«Ήμουν σίγουρος πως, άν άφηνα αυτή τη γυναίκα με το “εγώ” θα αυτοκτονούσε για να ξαναβρεί το “εμείς” στο θάνατο.»
Ο Σουκρούν, δεύτερος αφηγητής, αηδιασμένος από την κατάσταση στην αστυνομία και τη χώρα, με προβλήματα υγείας, νιώθει ότι δεν έχει μέλλον και σκέφτεται να την εγκαταλείψει.
«Έτσι γίνεται πάντα με την ιστορία, πισωγυρίσματα και εξάρσεις. Προχθές το FLN έσπερνε τον τρόμο στους άμαχους και τους φαντάρους. Ύστερα ο Μασί καθάρισε την Κασμπά. Χθες ο Ντε Γκωλ ανήγγειλε τη “Γαλλική Αλγερία”. Σήμερα η Αλγερία πρόκειται να γίνει αλγερινή και η OAS κυβερνά τις πόλεις …
Γιατί λοιπόν είμαστε ακόμα εδώ; Πρέπει να φύγουμε Πάκο!»
Σ’ αυτές τις λίγες γραμμές κλείνεται όλο το δράμα που υπέστη η χώρα από μία όχι έντιμη αποαποικιοποίηση, από το μίσος που είχε διασπαρεί σε όλες τις κοινότητες, από την προσάρτηση εξτρεμιστικών στοιχείων στις επαναστατικές οργανώσεις, από τις φιλοδοξίες των πολιτικών για εξουσία, από την αγιάτρευτη πληγή της μη αποδοχής του διαφορετικού.
Ο Σουκρούν δεν πρόλαβε … Δολοφονείται από την OAS στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, με, ακριβώς, το αιτιολογικό ότι ήθελε να εγκαταλείψει την Αλγερία.
Η Ιρέν έχει ένα μεγάλο μέρος της αφήγησης μετά τον Πάκο. Μία ιδιόμορφη προσωπικότητα: γυναίκα με δύναμη ψυχής, με έντονο το αίσθημα της ελευθερίας, της ανάληψης ευθύνης, της αξιοπρέπειας, χωρίς να στερείται την πολύ θηλυκή της πλευρά, παρά το τραγικό ατύχημα που της συνέβη.
«Για εκείνη (τη γιαγιά του), στον Πάκο άξιζε κάτι καλύτερο από μια ανάπηρη! Και για μένα, επίσης. Ούτως ή άλλως είχα δοκιμάσει τα πάντα για να τον κάνω να μ’ αφήσει. Δεν ήθελα τη συμπόνια του ούτε τις ενοχές του. Τον πρώτο μήνα της ανάρρωσης αρνιόμουν να τον δω, ν’ απαντώ στα τηλεφωνήματα ή στα γράμματά του. Μπορώ να γίνω τρομερά περήφανη και τρομερά πεισματάρα. Άλλοτε, για να με κατακτήσουν οι άντρες έπρεπε να παρουσιάσουν θησαυρούς πρωτοτυπίας και ευρηματικότητας».
Η γιαγιά. Μία επίσης δυνατή γυναίκα που μεγάλωσε τον εγγονό της και κράτησε ένα μυστικό για να μην τον πληγώσει, ίσως και για να μην πληγώνεται η ίδια, μέχρι που την πρόδωσε η αρρώστια. Η συνωνυμία της ερωμένης του Πάκο με την ερωμένη του πατέρα του, πέτρα του σκανδάλου και αιτία της δολοφονίας του, της δημιουργεί την αίσθηση της ταύτισης και γι’ αυτό απεχθάνεται την Ιρέν. Δεν θέλει να εγκαταλείψει ούτε το Αλγέρι ούτε τον Πάκο.
«Φοβόμουν ότι θα έμπαινε κι εκείνη στην ατέλειωτη λίστα των κατοίκων του Αλγερίου που τους σκοτώνει η θλίψη επειδή αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη γη τους…» σκέφτεται ο Πάκο για τη γιαγιά του.
Από τη συναρπαστική αστυνομική πλοκή του μυθιστορήματος δεν λείπουν οι δολοφόνοι, οι προδότες αστυνομικοί, οι πόρνες, οι παιδεραστές. Δεν λείπει και η γλώσσα του πεζοδρομίου, όπως και οι σκηνές του υγιούς σεξ, για να αποφορτίζεται η ένταση της σκοτεινής πλευράς της ζωής. Δεν λείπει όμως και ο λυρισμός σε πολλά σημεία της αφήγησης.
Άλλοι χαρακτήρες με ψυχολογικό ενδιαφέρον είναι ο Τεβενό πατέρας, ένα ψυχανώμαλο εγωπαθές κάθαρμα, ο γιος Τεβενό, δημιούργημα μιας οικογένειας που του στέρησε τη μητρική αγάπη και στην ανηθικότητα της οποίας δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί, ο διεφθαρμένος Γάλλος ντετέκτιβ Ρολάν Σεβριέ, και ο τρόπος συναλλαγής με τον εργοδότη του, όπως και ο γηραιός υπηρέτης του Τεβενό, οι πόρνες Μπριζίτ και Ερνεστίν, ο επίορκος αστυνόμος Μας και η ερωμένη του Ελέν, μια ψυχρή εγωπαθής γυναίκα που εγκατέλειψε τα παιδιά της κι ωστόσο αφέθηκε να τη χειρίζεται ο Μας ως πιόνι. Τέλος, ο Φαρίντ Μεκλουφί τρομοκράτης γιος της υπηρέτριας των Τεβενό, που ενσυνείδητα έβαλε τη βόμβα στο Καζίνο, όπως και ο σκληροπυρηνικός λεγεωνάριος που ασυνείδητα δολοφόνησε μια “εικόνα”, με θύματα δυο νέους ανθρώπους.
Ο Αττιά ανάμεσα στα ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα που δημιούργησε ο πόλεμος της Αλγερίας, τις αμέτρητες ανθρώπινες απώλειες, την απελπισία και τη θλίψη, θέτει ζητήματα σεξουαλικής κακοποίησης, φωτογραφίζει τα πορτρέτα θύματος και θύτη, ασχολείται με τον φανατισμό, την προοδευτική ανάπτυξη του μίσους, βάζει ακόμη και ένα ζήτημα βιοηθικής επηρεασμένος από το γνωστικό του αντικείμενο (διχοτόμηση (;) του εγκεφάλου του λεγεωνάριου), κριτικάροντας εμμέσως και τον πόλεμο του ΒιετΝάμ.
Χαρακτηριστική η αντιμετώπιση των pieds noir όχι μόνον από τους πραγματικούς Γάλλους, αλλά και από όλη τη γκάμα των τέως μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη Μασσαλία. Αντίστοιχες καταστάσεις βλέπουμε και σήμερα και προφανώς πρόκειται για την ανθρώπινη πλευρά που προσομοιάζει με αυτή των ζώων που περιφρουρούν την περιοχή κατοχής τους. Μια αλυσιδωτή συμπεριφορά που φαίνεται πως είναι δύσκολο ν’ αποφευχθεί, παρά τις περί αποδοχής του διαφορετικού κλπ διακηρύξεις.
Έτσι προέκυψε το αίσθημα της πλήρους αποξένωσης που ένιωσε ο Πάκο όταν επισκέφθηκε τη Μασσαλία για την κηδεία του Σουκρούν, το ίδιο και η χήρα του.
«Πεθαίνεις στ’ αλήθεια, όταν κανείς δεν σε σκέφτεται».
Ωστόσο ο Αττιά αν και από την πλευρά των ανεπιθύμητων αντιλαμβάνεται τους λόγους που οδηγούν σε αντίστοιχες καταστάσεις, όπως και τους λόγους της εξέγερσης λόγω του ξεριζώματος των Γαλλοαλγερινών από τον τόπο τους.
«Ποιος μπορούσε να κατηγορήσει αυτούς τους ανθρώπους που μάχονταν για να κρατηθούν στα εδάφη τους, για να μην υποστούν μια ακόμη εξορία; Μένοντας τις περισσότερες φορές σε μικρά ανθυγιεινά διαμερίσματα, δεν είχαν ούτε γη ούτε ακίνητα ούτε επιχειρήσεις». (στην 130 σελίδα ένα χαρακτηριστικό μέρος του κειμένου που απεικονίζει την κατάσταση στο Αλγέρι).
Χαρακτηριστικές είναι οι πολλαπλές αναφορές στον κινηματογράφο, μεγάλη αγάπη του συγγραφέα, αλλά και αυτές σε λογοτεχνικά έργα και τους συγγραφείς τους, όπως τον Σελίν, τον Ραμπελαί, τον Οβίδιο, τον Κάφκα και άλλους.
Ο Μωρίς Αττιά είναι λάτρης της λογοτεχνίας.
Ο ίδιος δήλωσε στον Ανταίο Χρυσοστομίδη όταν τον επισκέφθηκε για συνέντευξη στο σπίτι του στην Ορλεάνη:
«Θα σας φανεί παράξενο, αλλά ακόμα και σήμερα δεν είμαι φανατικός της αστυνομικής λογοτεχνίας. Από τα βιβλία που διαβάζω, μονάχα ένα στα τρία είναι αστυνομικό ή νουάρ. Τα υπόλοιπα ανήκουν σε άλλα λογοτεχνικά είδη.
Θα έλεγα ότι προσέγγισα το αστυνομικό μυθιστόρημα μέσω της ψυχανάλυσης. Οι άνθρωποι που έρχονται στο ιατρείο μου είναι φορτωμένοι ενοχές. Αν όμως υπάρχει ενοχή, υπάρχει και ένοχος ή μια ένοχη κατάσταση, και ψάχνουμε μαζί να βρούμε που είναι το μυστήριο ή το πρόβλημα, ή κινητήρια δύναμη της ενοχής, οπότε κάνουμε και οι δύο μαζί έρευνα για μήνες, για χρόνια. […] Είμαι σαν τον Πάκο, οι έρευνες μου μπορεί να μη στέκουν, να είναι αποτυχημένες, οπότε παραιτούμαι. Παραμένουν, όμως, οι δύο όροι, η υπαρξιακή έρευνα και το ανθρώπινο ανεξιχνίαστο. Όταν με ρωτούν φίλοι γιατί γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα, λέω, πολύ απλά ότι αδειάζω το καλάθι των αχρήστων μου.»
Το μυθιστόρημα συνοδεύεται από χρονολόγιο του πολέμου της Αλγερίας, εκτενές επίμετρο, των Michel Winock, oμότιμου καθηγητή Ιστορίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού, με τίτλο: Ο εκρηκτικός μύθος της γαλλικής Αλγερίας (αποσπάσματα από βιβλίο του), και Charles- Robert Ageron, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Paris XII με αποσπάσματα από το έργο του: Ο πόλεμος της Αλγερίας.
Το μαύρο Αλγέρι είναι το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Αττιά. Ακολούθησαν η Κόκκινη Μασσαλία και το Παρίσι Μπλουζ.
Το προτείνω ανεπιφύλακτα, ήδη είχε μεγάλη επιτυχία με επανειλημμένες επανεκδόσεις, μετά την πρώτη έκδοσή του, το 2008. Προϋπόθεση ο αναγνώστης που δεν είναι γνώστης των ιστορικών γεγονότων, να ξεκινήσει από τις πληροφορίες που παρέχονται στο χρονολόγιο και το επίμετρο για την άνετη κατανόηση του ιστορικού πλαισίου.
Εξαιρετική η μετάφραση της κ. Μηλολιδάκη και οι ενδελεχείς σημειώσεις της.
fractalart.gr
