Σελίδες

Ετικέτες

5/7/17

Για το ποίημα-ύμνο στους καπιταλιστές




Του Χρήστου Σταμόπουλου, δικηγόρου
Ποτέ δεν πίστευα πως μια μέρα θ’ αναγκαζόμουνα ν’ ασκήσω δημόσια κριτική στον Μίμη τον Οικονόμου. Γιατί ο Μίμης είναι ...
φίλος και συναγωνιστής. Κυρίως όμως είναι ένας άνθρωπος που χαίρει της μεγάλης εκτίμησής μου.

Περαιτέρω ο Μίμης είναι ένας διακεκριμένος Τρικαλινός συμπολίτης μας με σημαντική συνεισφορά. Καλλιτέχνης, ποιητής-στιχουργός, ακούραστος ερευνητής της ιστορίας, αλλά και του δημοτικού τραγουδιού. Πρωτίστως όμως ένας ενεργός πολίτης που, με την ερευνητική ή λογοτεχνική του πένα, παρεμβαίνει σχεδόν καθημερινά στα κακώς κείμενα. Πάντα με προοδευτικό πρόσημο.

Το τελευταίο όμως δημοσιευθέν ποίημά του, «αφιερωμένο στους Αδελφούς Σαράντη», με τίτλο «ΟΙ ΑΕΤΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΨΗΛΑ», μας ξάφνιασε, σε βαθμό σοκ!, όλους. Το διαβάζαμε και δεν πιστεύαμε στα μάτια μας που έβλεπαν να φέρει από κάτω την υπογραφή: «Μίμης Οικονόμου»!

Πρόκειται για ποιημάτιο-λιβάνισμα στους μεγαλοκαρχαρίες Σαρανταίους που ποτέ κανείς δεξιός δεν θα τολμούσε να γράψει, φοβούμενος ότι θα υποστεί τη δημόσια χλεύη.

Ο Μίμης στον ακατάσχετο ύμνο-λιβανωτό του, με τον παραπάνω… υψιπετή τίτλο («ΟΙ ΑΕΤΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΨΗΛΑ»!), βλέπει τους Τρικαλινούς μεγαλοκαπιταλιστές να «πετούν ψηλά» σαν «Αετοί», ν’ «ανοίγουν τα φτερά τους», να «περνούνε δάση, βουνά, θάλασσες και ποτάμια», «απ’ του Ολύμπου τις κορφές, γι’ άλλες κορφές (να) πετάνε», «από τ’ αψήλου» να «μας τηρούν» και να «χαμηλώνουνε πριν τα Καρπάθια όρη, μες του Μπρασόβ τις πράσινες πλαγιές και πεδιάδες… να κλείνουν σιγά τα φτερά» και εκεί να «θέλουν να κατοικήσουν τρακόσια στρέμματα με γη» και «τα ζωντανά χιλιάδες» βρίσκοντας «τον τόπο που ‘θελαν, για να δημιουργήσουν», ενώ με τους ακόλουθους στίχους «θα σας ζηλέψουνε πολλοί, άλλοι θα σας φθονήσουν του φθόνου δηλητήριο πολλές φορές θα χύσουν», ο Μίμης εκθειάζει τα είδωλά του, προκαταλαμβάνοντας συγχρόνως κάθε είδους κριτική εναντίον τους!

Τα ερωτήματα που μας γεννήθηκαν για το «άλμα» τούτο του Μίμη είναι πολλά και βασανιστικά:
à Πώς γίνεται από υμνητής του Άρη Βελουχιώτη και της Νίκης των Λαών κατά του Φασισμού (1945), τροβαδούρος των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, των μεροκαματιάρηδων και συνταξιούχων να μετατρέπεται εν μια νυκτί σε υμνογράφο των καπιταλιστών;

à Πώς συμβαίνει από υμνητής του λαού και των λαϊκών αγώνων να μετατρέπεται αιφνιδίως σε θαυμαστή και υμνωδό των εκμεταλλευτών και ληστών του λαού; (Δεν γνωρίζει άραγε ότι οι μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες της χώρας συνέπηξαν καρτέλ σε βάρος των γαλακτοπαραγωγών κτηνοτρόφων και καταναλωτών της πατρίδας μας, εφάρμοσαν πρώτοι τους αντεργατικούς μνημονιακούς νόμους και απολαμβάνουν τεράστια κλεμμένη υπεραξία από την εργασία των εργαζομένων, πολλαπλασιάζοντας συνεχώς τα κέρδη τους; Δεν αντιλαμβάνεται άραγε ο Μίμης ότι ο συνεχώς διευρυνόμενος πλούτος των Σαρανταίων συμβαδίζει με τη συνεχώς διευρυνόμενη ανέχεια και αθλιότητα του ιδίου και της μεγάλης πλειοψηφίας των Τρικαλινών-για να περιοριστούμε μόνο στη δική μας τοπική μικροκλίμακα;).

à Από πού αντλεί το ηθικό δικαίωμα να θέτει την τέχνη στην υπηρεσία των καπιταλιστών;
à Μήπως το ποιημάτιο-υμνογράφημα στους Σαρανταίους υπήρξε έμπνευση της στιγμής, οφειλόμενη στην εξαιρετική φιλοξενία που τους πρόσφεραν οι Σαρανταίοι στο όμορφο Μπρασόβ της Ρουμανίας;

Δεν γνωρίζουμε τι (εξακολουθεί να) πιστεύει ο Μίμης σήμερα-λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του ποιήματός του. Ούτε γνωρίζουμε αν, τούτος ο γιος του αντάρτη και πολιτικού κρατούμενου δεκαετιών για τα δίκαια του λαού, θαυμάζει όντως τόσο πολύ τους καπιταλιστές και τα πλούτη τους, αδιαφορώντας πώς τ’ αποκτούν.

 Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, ο Μίμης με τούτο το στιχούργημά του δεν έχασε απλώς το μέτρο. Έχασε την πολιτική και ιδεολογική του πυξίδα.

Το ερώτημα «πώς έφτασε ο Μίμης εδώ» (να συνθέσει δηλαδή ένα τέτοιο στιχούργημα) παραμένει. Δεν πρέπει όμως να υποκύψουμε στην εύκολη ερμηνεία-εξήγηση και ν’ αποδώσουμε τη «δεξιά μεταστροφή» του σε ψυχολογικά και προσωπικά κίνητρα. Πρόκειται για αίτια βαθύτερα. Βιώνουμε σήμερα ως κοινωνία μια πρωτοφανή κρίση αξιών και κρίση ιδεολογική-πολιτική ως αριστερά. Κι αυτό είναι το σοβαρό. Δεν πρέπει να κλείσουμε τα μάτια. Υποκύψαμε στη γοητεία της μπουρζουαζίας και του καπιταλιστικού τρόπου ζωής και αξιών! (Εδώ εμπεριέχεται και ο φόβος μας απέναντι στους καπιταλιστές-εχθρούς μας).

 Ωστόσο στον καλό φίλο και συναγωνιστή μας έχουμε χρέος ν’ απαντήσουμε στεντόρεια:

Αγαπητέ Μίμη, δεν θα πάρουμε! Δεν υπογράφουμε και δεν προσκυνούμε τους ταξικούς αντιπάλους-εκμεταλλευτές μας. Δεν σκύβουμε το κεφάλι στ’ αφεντικά. Το δίκιο είναι μαζί μας και στο τέλος θα νικήσουμε!

   ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Αξίζει να σημειωθεί πως απ’ τα εκατοντάδες άρθρα μου που είδαν το φως της δημοσιότητας μέχρι τώρα, για εκείνα τα δύο που στιγμάτιζαν την ενέργεια του Δημάρχου Παπαστεργίου να εντοιχίσει επιγραφή υπέρ των Σαρανταίων στην Κεντρική Γέφυρα της πόλης (χωρίς μάλιστα ν’ αναφέρει καν το όνομα του κατασκευαστή της!), για τις λίγες πενταροδεκάρες που έδωσαν για την «ανακατασκευή» (μάλλον την αλλοίωση της ομορφιάς) της, δέχτηκα τα περισσότερα από κάθε άλλη φορά συγχαρητήρια από δεξιούς και συντηρητικούς συμπολίτες μας. Δείγμα της απέχθειάς τους προς την υφιστάμενη διαπλοκή, αφού όλοι οι Τρικαλινοί γνωρίζουν πως το δίδυμο Παπαστεργίου-Σαράντης είναι «νύχι-κρέας» και αποτελεί απειλή για την περιοχή μας.

 (Ακολουθεί ατόφιο το ποίημα του Μίμη Οικονόμου)
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΣΑΡΑΝΤΗ
           - ΟΙ ΑΕΤΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΨΗΛΑ-
Πετούν ψηλά οι Αετοί, κι ανοίγουν τα φτερά τους
περνούνε δάση και βουνά, Θάλασσες και ποτάμια
και όλο καθρεφτίζονται στα γαλανά νερά τους.

Απ του Ολύμπου τις κορφές, γι άλλες κορφές πετάνε
διαβαίνουν χώρες και χωριά απλώνουνε πλοκάμια
από τ' αψήλου μας τηρούν, μα και στη γη πατάνε.

Να τώρα χαμηλώνουνε πριν τα Καρπάθια όρη,
μες του Μπρασόβ τις πράσινες, πλαγιές και πεδιάδες
στην πόλη αυτή την όμορφη, σαν ζηλεμένη κόρη.

Κλείνουν σιγά και τα φτερά, θέλουν να κατοικήσουν
τρακόσια στρέμματα με γη, τα ζωντανά χιλιάδες
βρήκαν τον τόπο που 'θελαν, για να δημιουργήσουν

Θα σας ζηλέψουνε πολλοί, άλλοι θα σας φθονήσουν,
του φθόνου δηλητήριο, πολλές φορές θα χύσουν.

Ο Μύθος λέει πετροβολούν τα δένδρα που καρπίζουν
και στους μπαξέδες ψάχνουνε εκείνα που σπανίζουν.